.ουμένη

ἑμένη , ἵημι
Ja-c-io
aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πλεούμενο — το / πλεούμενον, ΝΜ πλοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το ρ. πλέω με την κατάλ. τών μτχ. τών συνηρημένων ρ. ουμένος, ουμένη, ούμενο(ο) (πρβλ. μελλ ούμενα, πετ ούμενα, χρειαζούμενα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.